Γιώργος Καραγκούνης

Giorgos Karagounis

Funds Raised: 1000 €
Ο Γιώργος Καραγκούνης (6 Μαρτίου 1977) είναι Έλληνας πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας, που αγωνιζόταν στη θέση του μέσου. Τον χαρακτήριζαν το γεμάτο πάθος παιχνίδι του και οι ηγετικές του ικανότητες. Κατέχει το ρεκόρ συμμετοχών στην Εθνική Ελλάδας με 139, το διάστημα 1999-2014. Το 1993 ο Καραγκούνης εντάχθηκε στις ακαδημίες του Παναθηναϊκού στην ηλικία των 16 και παρέμεινε περισσότερο από μία τριετία. Στη συνέχεια αγωνίστηκε δανεικός στον Απόλλωνα Σμύρνης, όπου στις 8 Σεπτεμβρίου 1996 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην Α' Κατηγορία κατά την πρεμιέρα του πρωταθλήματος (Ιωνικός-Απόλλωνας 1-0) και ήταν βασικός μεσοεπιθετικός για δύο περιόδους με 9 τέρματα συνολικά. Το καλοκαίρι του 1998 επέστρεψε στον Παναθηναϊκό και στις 8 Νοεμβρίου πρωτοφόρεσε τη φανέλα της ανδρικής ομάδας (αγωνιζόμενος ως βασικός και μέσα στην έδρα του "αιωνίου" αντιπάλου της, το στάδιο Καραϊσκάκη) στο 0-0 με τον Εθνικό Πειραιά για το πρωτάθλημα, όντας πλέον στα 21,5 του. Ο προπονητής Βασίλης Δανιήλ τον χρησιμοποίησε κυρίως ως αλλαγή, ο νεοπροσληφθείς όμως στις αρχές Μαρτίου Χουάν Ραμόν Ρότσα, τον καθιέρωσε αμέσως στη θέση του αριστερού μεσοεπιθετικού (αντί του Πολωνού Ιγκόρ Σιπνιέφσκι). Πολύ σύντομα (6 Απριλίου 1999) σημείωσε το πρώτο του τέρμα για λογαριασμό του "τριφυλλιού" στο 6-1 εις βάρος του Αθηναϊκού για το κύπελλο Ελλάδας στο ΟΑΚΑ με ατομική ενέργεια, ενώ δύο εβδομάδες αργότερα και στο ίδιο γήπεδο, πέτυχε και το πρώτο του για το πρωτάθλημα στο 5-1 πάλι επί του Εθνικού Πειραιά, ανοίγοντας το σκορ στο 8' με απευθείας εκτέλεση φάουλ (έκανε και το 4-1 με εντυπωσιακό βολέ). Υπήρξε βασικότατο στέλεχος της ομάδας τα επόμενα 4 χρόνια, αγωνιζόμενος αρχικά ως δεξιός και ακολούθως επιτελικός μέσος σε σύστημα 4-4-2 (ενίοτε 5-3-2). Παρά το γεγονός ότι ο Παναθηναϊκός δεν είχε κερδίσει κανένα ελληνικό πρωτάθλημα κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ήταν πάντα στους διεκδικητές και είχε καλές πορείες στο Champions League και στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, με τον "Κάρα" να βρίσκει δίχτυα σε πολύ κρίσιμες στιγμές. Την δεύτερη χρονιά επιστροφής στους "πράσινους", το 1999-2000, σκόραρε 9 φορές στο πρωτάθλημα και 2 στο κύπελλο, αναδεικνυόμενος 2ος σκόρερ τους (πίσω από τον Νίκο Λυμπερόπουλο) και ενώ είχε προηγηθεί το ντεμπούτο του στην εθνική Ελλάδας με τεχνικό τον Βασίλη Δανιήλ, τον ίδιον ακριβώς που μερικούς μήνες πριν δεν τον εμπιστευόταν ιδιαίτερα για την 11άδα τους (ενδεικτικό της γρήγορης εξέλιξης του παίκτη). Την περίοδο 2000-2001 εμφανίστηκε ως βασικός και στους 14 αγώνες του Παναθηναϊκού κατά την πορεία μέχρι τους 16 του Champions League, σημειώνοντας ένα υπέροχο τέρμα με σουτ εκτός περιοχής εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο "Θέατρο των Ονείρων". Την επόμενη περίοδο 2001-2002, στην οποία η ομάδα του έφτασε ένα βήμα παραπάνω προκρινόμενη στους "8" της διοργάνωσης, αυτός μετείχε σε 15 (βασικός σε 14) από τους 16 αγώνες της και πέτυχε 3 τέρματα: στο 1-0 εις βάρος της Άρσεναλ στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας με κεφαλιά ψαράκι και στις δύο εκτός έδρας νίκες επί των Σλάβια και Σπάρτα στην Πράγα, αμφότερα με σουτ (και από πάσες του Λυμπερόπουλου). Τιμωρημένος λόγω δύο κίτρινων καρτών σε προηγούμενους αγώνες, απουσίασε μόνο από την ιστορική νίκη 1-0 με την Μπαρτσελόνα για τον α' προημιτελικό, ενώ στην κρίσιμη ρεβάνς του Καμπ Νου τραυματίστηκε σοβαρά και αντικαταστάθηκε λίγο πριν το ημίχρονο, με το σκορ στο 1-1 (τελικό 1-3 και αποκλεισμός από τα ημιτελικά). Ακολούθησε ως συνέπεια του τραυματισμού του η πεντάμηνη αποχή και απώλεια ολόκληρης της καλοκαιρινής προετοιμασίας. Αυτό πάντως, δεν τον εμπόδισε να βρεθεί στην αρχική ενδεκάδα σε κάθε έναν από τους 10 αγώνες της νέας πορείας του Παναθηναϊκού μέχρι τους 8 ευρωπαϊκής διοργάνωσης, του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ 2002-03 (για να αποκλειστεί από την τελική νικήτρια Πόρτο), κατά την ερχόμενη περίοδο και τελευταία της πρώτης θητείας του στο σύλλογο. Μένοντας ελεύθερος με τη λήξη του συμβολαίου του, ο Καραγκούνης μετακινήθηκε στην Ιταλία και την Ίντερ τον Ιούλιο του 2003. Αποτέλεσε επιλογή του Αργεντινού προπονητή της Έκτορ Ραούλ Κούπερ, που τον ήθελε στο Μιλάνο από το προηγούμενο καλοκαίρι, τις προσφορές του όμως δεν είχε τότε κρίνει αρκετά συμφέρουσες η διοίκηση του Παναθηναϊκού. Έχοντας να ανταγωνιστεί έναν πολυεθνικό γαλαξία αστεριών για μία θέση στη μεσαία γραμμή, ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν κατόρθωσε να έχει κεντρικό ρόλο στην ομάδα, γεγονός που συνέβαλλαν και οι δύο αλλαγές στην τεχνική της ηγεσία μέσα σε έναν χρόνο (Αλμπέρτο Ζακερόνι και Ρομπέρτο Μαντσίνι οι Ιταλοί διάδοχοι του Κούπερ). Ούτε οι εμφανίσεις με την Ελλάδα στο Euro 2004 το ενδιάμεσο καλοκαίρι της ιταλικής παραμονής του, βελτίωσαν αισθητά τον ρόλο του για την επόμενη περίοδο και παρά την ανακήρυξή του ως πρωταθλητή Ευρώπης. Σε δύο περιόδους μετείχε μόνο σε 36 αγώνες (21 πρωταθλήματος, 8 κυπέλλου, 7 ευρωπαϊκά) από τους συνολικά 110 της Ίντερ, δηλαδή κατά μέσο όρο έναν σε κάθε τρεις, στους μισούς μπαίνοντας αλλαγή και χωρίς να σημειώσει κάποιο τέρμα. Γενικά, η παρουσία του στο Μιλάνο συνέπεσε με τη συνέχιση των "χαμηλών πτήσεων" του συλλόγου, καθώς η 4η και 3η θέση στη Σέριε Α και η πρόκριση όχι πέρα από τα προημιτελικά των κυπέλλου ΟΥΕΦΑ και Champions League, απείχαν πολύ από το να θεωρηθούν ικανοποιητικές. Ένα σχετικό αντιστάθμισμα, έφερε ο πρώτος τίτλος έπειτα από 7 χρόνια (και πρώτος εγχώριος έπειτα από 16), το κύπελλο Coppa Italia 2004-05 εναντίον της Ρόμα, με αυτόν να κάθεται στον πάγκο κατά τη νίκη 2-0 στο Ολίμπικο της Ρώμης για τον α' τελικό. Ήταν η τελευταία φορά που συμπεριλήφθηκε σε αποστολή της Ίντερ, με την οποία πάντως πρόλαβε να αγωνιστεί ως αλλαγή σε 4 σπουδαία ιταλικά ντέρμπι: δύο ήττες (η μία για το Champions League) από τη Μίλαν στο τοπικό ντέλα Μαντονίνα και δύο νίκες επί της Γιουβέντους (η μία εκτός έδρας) στο ντέρμπι ντι 'Ιτάλια. Μία ημέρα πριν τη λήξη των μεταγραφών του Αυγούστου, ο Καραγκούνης έμεινε ελεύθερος από τον ιταλικό σύλλογο για να υπογράψει τριετές συμβόλαιο με την Μπενφίκα, που αν και πρωταθλήτρια Πορτογαλίας, είχε νέο προπονητή (αντί του παραιτούμενου Τζιοβάνι Τραπατόνι) τον Ολλανδό Ρόναλντ Κούμαν. Σε ένα μόλις δεκαήμερο εκείνος και παρότι ο ποδοσφαιριστής δεν είχε ακολουθήσει την καλοκαιρινή προετοιμασία της ομάδας, του εμπιστεύθηκε φανέλα βασικού στο ντεμπούτο του και μάλιστα σε τοπικό ντέρμπι της Λισαβόνας με τη Σπόρτινγκ εκτός έδρας (ήττα 1-2). Η χρονιά εντούτοις δεν εξελίχθηκε το ίδιο καλά, καθώς μετείχε μεν στα δύο τρίτα των αγώνων, στους περισσότερους όμως από τους μισούς ως αλλαγή και σκοράροντας μόνο μία φορά. Μπαίνοντας στο γήπεδο έστω και για το τελευταίο ημίωρο πάντως, είχε την ευκαιρία να αφήσει έξω από το Champions League την κάτοχό του Λίβερπουλ με δύο νίκες και να αποκλειστεί εκ νέου στα προημιτελικά του θεσμού από την Μπαρτσελόνα, που τελικά το κατέκτησε. Στον επαναληπτικό του 0-0 αγωνίστηκε μπροστά στο μεγαλύτερο πλήθος όλης της καριέρας του, όταν 98.000 θεατές σε ένα κατάμεστο Καμπ Νου βοήθησαν για το 2-0 που έδωσε την πρόκριση στους Ισπανούς. Η κατάσταση βελτιώθηκε το καλοκαίρι με την πρόσληψη του Φερνάντο Σάντος, ο οποίος τον είχε γνωρίσει από το ελληνικό πρωτάθλημα κατά τη θητεία του στον πάγκο της ΑΕΚ, αλλά και του ίδιου του Παναθηναϊκού επί ένα μικρό διάστημα προ τετραετίας (την εποχή του σοβαρού τραυματισμού). Ο Πορτογάλος τεχνικός έφερε μαζί του από την ΑΕΚ τον Κώστα Κατσουράνη και καθιέρωσε στην ενδεκάδα αμφότερους τους θριαμβευτές του Euro 2004, για να συγκροτήσουν ένα αξιόλογο τρίο με το εγχώριο αστέρι της μεσαίας γραμμής, τον Πετίτ. Η περίοδος 2006-2007 ήταν η τέταρτη και τελευταία της πρώτης εξόδου του από την Ελλάδα και η πλέον επιτυχημένη, καθώς μετείχε στους 37 (βασικός σε 29) από τους 47 αγώνες της Μπενφίκα, σημείωσε 2 τέρματα (με τα γνωστά του φάουλ) και μοίρασε 2 ασίστ. Είναι χαρακτηριστικό πως η ομάδα του έμεινε αήττητη στους 21 αγώνες πρωταθλήματος που αυτός ξεκίνησε από την αρχή, ενώ έχασε το μεν τίτλο για 2 μόνο βαθμούς από την αχτύπητη τότε Πόρτο του Ζεσουάλδο Φερέιρα (αργότερα προπονητή του στον Παναθηναϊκό), την δε δεύτερη θέση τέσσερις αγωνιστικές μόλις πριν τη λήξη, όταν ήρθε 1-1 στο εντός έδρας ντέρμπι με τη Σπόρτινγκ. Επίσης, μπορεί να αποκλείστηκε από το Champions League στα πλαίσια των ομίλων (φάση όπου ο παίκτης ξαναβρήκε μπροστά του τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και ηττήθηκε πάλι δύσκολα 1-3 στην Αγγλία), αλλά περνώντας ως τρίτη στο κύπελλο ΟΥΕΦΑ διακρίθηκε φτάνοντας μέχρι τα προημιτελικά του, με αυτόν στην αρχική ενδεκάδα και στους 6 αγώνες της πορείας. Γενικά όμως και επί ένατη χρονιά, ούτε στην Πορτογαλία πανηγύρισε την κατάκτηση ενός πρωταθλήματος σε επίπεδο συλλόγων, αν και εκείνοι που είχε παίξει σε τρεις διαφορετικές χώρες θεωρούνταν ανάμεσα στους διεκδικητές. Περιοριζόταν στη θέση του δευτεραθλητή ή πιο συχνά την 3η (ακόμη και 4η), με κάποια μερική επιτυχία τη συμμετοχή του για 6 συνεχείς περιόδους σε προημιτελικά ευρωπαϊκής διοργάνωσης (από μία φορά σε Champions League και ΟΥΕΦΑ με Παναθηναϊκό, Ίντερ, Μπενφίκα), διάκριση πάντως που αποτελεί μοναδικό ρεκόρ για Έλληνα ποδοσφαιριστή. Το γεγονός ότι η οικογένεια Καραγκούνη είχε αυξηθεί σε μέλη και η Λισαβόνα βρισκόταν στην άλλη άκρη της Ευρώπης, τον οδήγησε να διαπραγματευτεί τη λύση του συμβολαίου του ένα καλοκαίρι πριν λήξει, όντας πλέον στην ηλικία των 30 και με σκοπό να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στις 7 Ιουλίου 2007 εντάχθηκε για τρίτη φορά στον Παναθηναϊκό, υπογράφοντας για 3 χρόνια και ξαναφόρεσε επίσημα το τριφύλλι σε ένα 0-0 για το πρωτάθλημα εναντίον του "αιωνίου" αντιπάλου Ολυμπιακού στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Καθιερώθηκε αμέσως στην ενδεκάδα, ενώ με τις γνωστές για το πάθος τους εμφανίσεις του, εύκολα αναθερμάνθηκε η ιδιαίτερη σχέση που είχε πάντα με τους "πράσινους" οπαδούς. Την περίοδο 2007-08 και συχνότερα στο δεξί άκρο του κέντρου, αγωνίστηκε περισσότερες φορές από όλους τους συμπαίκτες του (μαζί με τον Αλέξανδρο Τζιόλη), καθώς έχασε μόνο 6 από τα 46 αγώνες λόγω ελαφρών τραυματισμών ή μίας τιμωρίας για τέσσερις κίτρινες κάρτες. Στο δε πρωτάθλημα έκανε προσωπικό ρεκόρ αγώνων, συμμετέχοντας στους 32 (βασικός σε 29) από τους 36 (συμπεριλαμβανομένων των play off) και αναδείχτηκε 2ος σκόρερ της ομάδας (πίσω από τον Δημήτρη Σαλπιγγίδη). Μετά τα γήπεδα της Αυστρίας ως βασικός με την Ελλάδα στο Euro 2008, εκλέχτηκε ένας από τους τρεις αρχηγούς για το 2008-09 (άρχισε να φορά και το περιβραχιόνιο της Ελλάδας λίγο αργότερα), ενώ πλέον αγωνιζόταν ως αριστερός, κυρίως, μέσος. Με 10 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις, πήρε την 3η θέση των σκόρερ του Παναθηναϊκού, για τον οποίον πέτυχε και ρεκόρ δεκαπενταετίας με τις 13 ασίστ που έδωσε. Τις μεγαλύτερες όμως στιγμές της χρονιάς, αποτέλεσαν το θερμό χειροκρότημα που εισέπραξε από τους φανατικούς τιφόζι της Ίντερ κατά την επιστροφή του στο Τζιουζέπε Μεάτσα (1-0 εις βάρος των ακριβοπληρωμένων άσων του Μουρίνιο) και τα γκολ του με εξαιρετικά βολέ εκτός περιοχής στο 3-0 επί της Βέρντερ Βρέμης στο Βεζερστάντιον και το 1-1 με τη Βιγιαρεάλ στο Ελ Μαδριγάλ. Όλες έλαβαν χώρα στην πορεία μέχρι τους 16 του Champions League, την πρώτη ευρωπαϊκή διάκριση του συλλόγου έπειτα από 6 χρόνια και την προηγούμενη θητεία του σε αυτόν, γεγονός που έκανε τον Τύπο να γράψει μεταξύ σοβαρού και αστείου "τελικά ο Παναθηναϊκός στην Ευρώπη θέλει τον Κάρα του". Η επιτυχημένη διετία σε ατομικό επίπεδο οδήγησε, ένα καλοκαίρι πριν τη λήξη της, στην ανανέωση της συνεργασίας τους επί 3 ακόμη χρόνια και έως το 2012. Δήλωσε πως επιθυμεί να κλείσει την καριέρα του εκεί που αναδείχτηκε, ούτε όμως το νέο συμβόλαιο, ούτε η καθιέρωση σε πρώτο αρχηγό των "πράσινων" (με την αποχώρηση του Γιάννη Γκούμα) και ταυτόχρονα της Ελλάδας, ήταν τα σημαντικότερα για αυτόν κατά την επόμενη περίοδο 2009-10. Τέτοια υπήρξαν η κατάκτηση του πρώτου του πρωταθλήματος σε μία επαγγελματική καριέρα 14 ετών και ως επιστέγασμα, η επικράτηση στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας. Το συγκεκριμένο νταμπλ αποτελεί τους μοναδικούς τίτλους του σε συλλογικό επίπεδο (σε εθνικό υπάρχει πάντα το ακόμη σπουδαιότερο Euro 2004), δεδομένου ότι στο Coppa Italia 2004-05 δεν είχε συμμετοχή με την Ίντερ σε κανέναν από τους δύο τελικούς αγώνες. Στη νίκη 1-0 επί του Άρη για τον ελληνικό τελικό, βρήκε στον αντίπαλο πάγκο τον Έκτορ Ραούλ Κούπερ, τον άνθρωπο που πριν 7 χρόνια του είχε δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο Μιλάνο και το ιταλικό ποδόσφαιρο. Το νταμπλ του Απριλίου 2010, ήρθε τον Ιούνιο να συμπληρώσει με τον καλύτερο τρόπο η συμμετοχή του ως αρχηγός και στους 3 αγώνες της Ελλάδας για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Νοτίου Αφρικής, καθιστώντας έτσι το διάστημα αυτό το πιο ιστορικό της καριέρας του έπειτα από το αλησμόνητο καλοκαίρι του 2004 στην Πορτογαλία. Η συνέχεια όμως την περίοδο 2010-11 δεν υπήρξε ανάλογη, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον Παναθηναϊκό. Ο προπονητής Νίκος Νιόπλιας και ο αντικαταστάτης του από τα μέσα Νοεμβρίου Ζεσουάλδο Φερέιρα δεν τον εμπιστεύονταν τόσο συχνά πλέον για την αρχική ενδεκάδα του Παναθηναϊκού και όταν το έκαναν, τον αντικαθιστούσαν πριν το τελευταίο τέταρτο. Από τους 34 συνολικά αγώνες που μετείχε, στους μισούς πέρασε ως αλλαγή, ενώ 5 μόνο φορές ολοκλήρωσε το 90λεπτο, γεγονότα που δικαιολογούνται εν μέρει από το ότι πλησίαζε πλέον τα 34, αλλά όχι και από τη μέτρια έως κακή αγωνιστική εικόνα της ομάδας που ένα χρόνο πριν είχε στεφθεί νταμπλούχος, φτάνοντας παράλληλα και μέχρι τους 16 του Europa League (πρώην κύπελλο ΟΥΕΦΑ). Την απώλεια της θέσης του βασικού, ακολούθησε η ακόμη πιο περιορισμένη χρησιμοποίησή του στους αγώνες της περιόδου 2011-12, κάτι αναμενόμενο σε ορισμένο βαθμό λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του και κυρίως την παραμονή του Πορτογάλου τεχνικού. Εκείνος, τον συμπεριελάμβανε μεν στη δεκαοκτάδα όποτε τον είχε στη διάθεσή του και συγκεκριμένα σε 37 αγώνες, όμως τον ξεκίνησε (για να τον αντικαταστήσει) μόνο στους 5 και τον έβαλε αλλαγή σε όχι λιγότερους από 25, αφήνοντας τον τους υπόλοιπους 7 στον πάγκο. Έστω πάντως και σε 811' συμμετοχής (δηλαδή συνολικό αγωνιστικό χρόνο ισοδύναμο με 9 μόνο πλήρη 90λεπτα) σε όλες τις διοργανώσεις, πρόλαβε να πετύχει ένα τέρμα με μία από τις γνωστές απευθείας εκτελέσεις του φάουλ, να έχει ένα δοκάρι και να μοιράσει 3 ασίστ (ενώ επί δεύτερη συνεχή χρονιά η ομάδα του τερμάτισε δευτεραθλήτρια). Αυτές ήταν και οι τελευταίες συνεισφορές του Γιώργου Καραγκούνη στο επιθετικό παιχνίδι του Παναθηναϊκού, καθώς την 1η Ιουλίου 2012 που έληξε το συμβόλαιό του, δεν υπήρχε τελικά πρόθεση ανανέωσης από την πλευρά του ποδοσφαιριστή. Αιτία δεν αποτέλεσαν μόνο οι κατά πολύ μειωμένες αποδοχές που του προτάθηκαν (συνέπεια της οικονομικής δυσπραγίας του συλλόγου), αλλά και η μη παροχή ικανοποιητικών διαβεβαιώσεων εκ μέρους του Φερέιρα πως ταιριάζει περισσότερο από ότι στα προηγούμενα πλάνα του. Εντούτοις, σε εκείνα του Φερνάντο Σάντος μερικές εβδομάδες πριν στην Πολωνία, είχε ταιριάξει ιδανικά ως αρχηγός της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Euro 2012. Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, εις βάρος της Ξάνθης στο ΟΑΚΑ για το πρωτάθλημα και με φάουλ στο 89', σημείωσε το τελευταίο του τέρμα από τα 54 με την πράσινη φανέλα, την οποία στο ίδιο γήπεδο φόρεσε για τελευταίον από τους 364 αγώνες στο νικηφόρο 1-0 ντέρμπι επί της ΑΕΚ στα πλαίσια των play off, όταν πήρε (με το σκορ ήδη διαμορφωμένο) τη θέση του Σωτήρη Νίνη για τα τελευταία 20 λεπτά της περιόδου. Η ημερομηνία ήταν η 20η Μαΐου 2012. Αναμφίβολα ο "Τυπάρας" αποτελούσε μία από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της ομάδας σε όλη την καριέρα του στον Παναθηναϊκό. Αυτή χωρίζεται σε δύο πενταετείς θητείες, εκ των οποίων η πρώτη υπήρξε πιο επιτυχημένη σε ατομικό επίπεδο (4 χρονιές βασικός έναντι 3, περισσότερα τέρματα) και ευρωπαϊκές διακρίσεις (2 φορές στα προημιτελικά), ενώ η επόμενη σε τίτλους (νταμπλ 2010) και συμμετοχές στην Ελλάδα (57 έναντι 25, αρχηγός τις 34). Ομάδες της Σούπερ Λιγκ, με κύριο ενδιαφερόμενο τον ΟΦΗ, προσέγγισαν τον ελεύθερο πλέον Γιώργο Καραγκούνη το καλοκαίρι του 2012. Αυτός όμως δεν προχώρησε σε περαιτέρω συζητήσεις, δεδομένου ότι πίστευε ότι έχει τις δυνατότητες να προσελκύσει εκ νέου κάποια πρόταση από το εξωτερικό και για χώρα με ανταγωνιστικότερο ποδόσφαιρο της Ελλάδας. Η δίμηνη υπομονή του επιβραβεύτηκε στις 11 Σεπτεμβρίου όταν ο Ολλανδός τεχνικός Μάρτιν Γιόλ του πρότεινε μονοετές συμβόλαιο συνεργασίας με τη λονδρέζικη Φούλαμ της Πρέμιερ Λιγκ. Στις 29 του μήνα πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα, αγωνιζόμενος στα τελευταία 10 λεπτά στην εντός έδρα ήττα της νέας του ομάδας με 1-2 από την πρωταθλήτρια Μάντσεστερ Σίτι. Στις 12 Ιανουαρίου 2013 σημείωσε το μοναδικό του τέρμα στην Πρέμιερ Λιγκ, σε αγώνα εναντίον της Γουίγκαν, ενώ ακριβώς μια εβδομάδα νωρίτερα (5 Ιανουαρίου) είχε σκοράρει για πρώτη φορά με τη φανέλα της Φούλαμ για τον θεσμό του κυπέλλου (FA Cup) με αντίπαλο την Μπλάκπουλ, ισοφαρίζοντας το σκορ και παράλληλα διαμορφώνοντας το τελικό 1-1. Παρόλο που το συμβόλαιό του έληξε στις 30 Ιουνίου του 2013 και η Φούλαμ ανακοίνωσε την αποχώρησή του, λίγες μέρες αργότερα του προτάθηκε νέο συμβόλαιο παραμένοντας έτσι στον αγγλικό σύλλογο ως το καλοκαίρι του 2014. Το 1997 κατέκτησε με την εθνική Ενόπλων το αντίστοιχο παγκόσμιο κύπελλο στην Τεχεράνη, ενώ το επόμενο καλοκαίρι ήταν ο αρχηγός της εθνικής Ελπίδων που κατέλαβε τη 2η θέση στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα κ-21 του 1998 (ήττα με 0-1 από την Ισπανία στον τελικό του Βουκουρεστίου). Το ντεμπούτο του με την ομάδα Ανδρών της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 1999 στην εντός έδρας φιλική αναμέτρηση (ο αγώνας διεξήχθη στην Καβάλα) εναντίον του Ελ Σαλβαδόρ (3-0) όταν υπό την τεχνική καθοδήγηση του Βασίλη Δανιήλ αγωνίστηκε σε ολόκληρο τον αγώνα. Κορυφαία του στιγμή με τη γαλανόλευκη φανέλα υπήρξε η κατάκτηση του Euro 2004 στην Πορτογαλία, αγωνιζόμενος σε τέσσερις αναμετρήσεις της τελικής φάσης της διοργάνωσης (δεν αγωνίστηκε σε δύο, μεταξύ αυτών και του τελικού, λόγω συμπλήρωσης κίτρινων καρτών). Στην πρεμιέρα των αγωνιστικών υποχρεώσεων της Ελλάδας απέναντι στην Πορτογαλία σημείωσε το πρώτο τέρμα της διοργάνωσης με ένα εξαιρετικό σουτ στο 7', το οποίο εκτίναξε την ψυχολογία της ελληνικής ομάδας που μέχρι τότε αντιμετώπιζε με δέος τις διεθνείς διοργανώσεις και ήταν η αρχή της μετέπειτα θριαμβευτικής πορείας μέχρι την κατάκτηση του τίτλου της πρωταθλήτριας Ευρώπης. Ήταν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της ελληνικής ομάδας τόσο στο Euro 2008, όσο και δύο χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ 2010, αγωνιζόμενος σε όλους τους αγώνες των τελικών φάσεων. Οκτώ χρόνια μετά την επιτυχία του Euro 2004, στην αντίστοιχη διοργάνωση του 2012, ο έμπειρος, πλέον, Γιώργος Καραγκούνης αποτέλεσε τον φυσικό αρχηγό του ελληνικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος και στον κρισιμότερο αγώνα της φάσης των ομίλων με τη Ρωσία, πέτυχε το μοναδικό τέρμα της αναμέτρησης, δίνοντας τη νίκη - πρόκριση στην Ελλάδα για την προημιτελική φάση του θεσμού. Υπήρξε μέλος της αποστολής που μετείχε στο Μουντιάλ του 2014 στη Βραζιλία, αγωνιζόμενος και τις τέσσερις φορές, ενώ είχε ήδη κάνει γνωστό πως με την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων της Ελλάδας στη διοργάνωση θα αποσυρθεί από την εθνική ομάδα, έπειτα από 15 χρόνια συνεχούς παρουσίας, στη διάρκεια των οποίων κατέρριψε το ρεκόρ περισσότερων συμμετοχών που κατείχε ο Θοδωρής Ζαγοράκης (με 120), φθάνοντας συνολικά τις 139. Τίτλοι σε διεθνές επίπεδο Εθνική Ανδρών 1 Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα: 2004 Εθνική Ενόπλων 1 παγκόσμιο κύπελλο Ενόπλων: 1997 Εθνική Ελπίδων μία φορά δευτεραθλητής Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος κ-21: 1998, ως αρχηγός της ομάδας Σε διασυλλογικό επίπεδο Παναθηναϊκός 1 πρωτάθλημα Ελλάδας:2010 1 κύπελλο Ελλάδας: 2010 Ίντερ 1 κύπελλο Ιταλίας: 2005

Ο Γιώργος Καραγκούνης (6 Μαρτίου 1977) είναι Έλληνας πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, γεννημένος στον Πύργο Ηλείας, που αγωνιζόταν στη θέση του μέσου. Τον χαρακτήριζαν το γεμάτο…

Georgios “Giorgos” Karagounis was born on the 6th of March 1977 and he is a former Greek professional and International footballer. In his club career, Karagounis played as a midfielder for Panathinaikos, Apollon Smyrni, Internazionale, Benfica and Fulham. At international level, Karagounis represented Greece between 1999 and 2014. He was a member of the UEFA Euro 2004-winning squad, and also represented Greece at Euro 2008, the 2010 FIFA World Cup, Euro 2012 and the 2014 World Cup. With 139 appearances, he is the most capped player in the history of the Greece national team. Karagounis began his professional career in 1996 when he signed on loan for Apollon Smyrni from Panathinaikos. In his first couple of years with the Athens-based club, he already showed signs of his talent as a very energetic player in the centre of midfield who could also score goals. After two seasons with Apollon, he returned to his parent club Panathinaikos in 1998, the club where he learned his trade. At Panathinaikos he became a fixture in the first team for the next five years. Although Panathinaikos did not win the Alpha Ethniki title during his spell due to several controversial reasons, including a ball-fixing scandal, the team was always a title contender, and had good runs in both the UEFA Champions League and the UEFA Cup, with Karagounis scoring important goals for the team. He scored 6 times in 24 league matches during his first season with the Greens, and in the 2000–01. In the UEFA Champions League, he appeared in all 12 of Panathanaikos’ games, scoring a memorable goal from a direct free-kick against Manchester United at Old Trafford. The following season, at the Apostolos Nikolaidis Stadium, Karagounis scored a wonderful goal against Arsenal, beating David Seaman with a header to help his team reach the quarter-finals of the Champions League. In the summer of 2003, Karagounis left Panathinaikos to join Italian Serie A club Internazionale. During his first season with Inter, he was not a regular starter in the league, mainly appearing in European and Coppa Italia matches. At the end of his first season in Italy, despite Karagounis spending a lot of time on the substitutes’ bench, Inter could only finish a disappointing fourth, with city rivals Milan winning the title. However, he performed well enough to be called up to represent Greece at UEFA Euro 2004 in Portugal. After helping Greece win that tournament, he returned to Italy for the 2004–05 season. Under Roberto Mancini, he was again mainly used in European and domestic Coppa Italia matches rather than in Serie A matches. He won the 2004–05 Coppa Italia, helping Inter beat Roma in the final. At the end of the 2004–05 season, Inter finished third in Serie A, with Juventus winning the title. Inter also reached the quarter-finals of the Champions League, suffering elimination by Milan. In 2005, Karagounis moved to Portugal to sign a three-year contract with Benfica, who are based at the Estádio da Luz, the stadium where he won the Euro 2004 final with Greece. Karagounis scored a couple of memorable long-range goals while in Portugal, against Shakhtar Donetsk, and a free-kick against Desportivo das Aves. Karagounis’ first season at Benfica was challenging, as he had difficulty establishing himself as a first-team regular. However, he became a regular starter in his second season, putting in some excellent performances and becoming a fan favourite, who were by this time managed by Fernando Santos, who already knew Karagounis from their time together at Panathinaikos. After a successful stint with Benfica, Karagounis seemed ready to return to play in Greece, again for Panathinaikos. Karagounis’ contract with Benfica was due to expire in July 2008, but his immediate departure was negotiated due to personal issues. After his release in the summer of 2007, Karagounis immediately returned to Panathinaikos, signing for the club for the next three years. He quickly re-established himself in the team again, scoring key goals, especially in Europe. With his acquisition by the Athenians regarded as the start of a new era at the club, Karagounis emerged not only as a leading figure at club level, but for Greece as well. He established himself as the captain of the national team. Karagounis’ grit and dedication continued to give Panathinaikos an edge as the team made progress in Europe. On 3 September 2009, Karagounis extended his stay until 2012 and stated he wanted to end his career at the club. As captain of the team, he won his second Superleague title and the Greek Cup. On 11 September 2012, Karagounis left Panathinaikos to join English Premier League side Fulham on a free transfer. Karagounis became the eighth Greek player from the Euro 2004-winning side to play in the Premier League, after Nikos Dabizas, Stelios Giannakopoulos, Vassilios Lakis, Theodoros Zagorakis, Angelos Basinas and Kostas Chalkias. Karagounis made his debut for the club in the Premier League on 29 September 2012, against Manchester City at Craven Cottage, coming on in the 81st minute to replace Chris Baird.[16] Karagounis played the full 90 minutes for Fulham in their 4–0 loss to Liverpool at Anfield. He scored his first goal in England on 5 January 2013 in the FA Cup against Blackpool in the 80th minute, with a “stunning 25-yard half-volley” which went in off the underside of the crossbar; the match ended 1–1. On 12 January 2013, a week after his FA Cup strike, he scored his first Premier League goal against Wigan Athletic in the 22nd minute. Karagounis was 1 of 12 players released by Fulham at the end of the 2012–13 season. However, Karagounis declared his interest to return to Fulham through his agent Paschalis Tountouris. On 9 July 2013, Karagounis signed a new one-year deal to rejoin Fulham. In his second season with the Cottagers, Karagounis scored his only goal in a 4–3 loss for League Cup against Leicester City when he equalised with just three minutes to play, but could not prevent Leicester from scoring a late winner. Karagounis suffered from muscle problems throughout the season, but on 19 April 2014, he came on as a substitute in his last match for the club in a 3–1 away defeat against Tottenham Hotspur. Fulham was relegated from the Premier League at the end of the season. Karagounis was one of nine players released by Fulham in the summer of 2014. Karagounis captained Greece’s entry to the 1998 UEFA Under-21 Championship, and the team came very close to winning, losing 1–0 to Spain in the final. After that, he soon became a regular on the national team. He made his first full international appearance against El Salvador in 1999 and went on to appear in qualifying for the 2002 FIFA World Cup. The highlight of his international career was undoubtedly winning the UEFA European Championship for Greece at Euro 2004. He was a key player for Greece and famously scored the first goal of the tournament against Portugal, a stunning long-range shot that shocked the hosts and gave Greece the confidence they needed to win the game and progress in the tournament. After winning Euro 2004, Karagounis continued to play on a regular basis for Greece in the 2005 FIFA Confederations Cup, the 2006 World Cup qualifying campaign and the Euro 2008 finals. On 26 March 2008, Karagounis participated in a Greece–Portugal friendly match in Düsseldorf. This proved to be somewhat of a highlight of his international career, as he scored two almost identical well-placed free-kicks to give Greece a 2–1 victory. Karagounis, as a captain of Greece, contributed to the nation’s qualification for the 2010 World Cup. As captain, he led Greece to its first win in a World Cup match with a 2–1 win against Nigeria. On 8 October 2010, against Latvia, Karagounis reached 100 international appearances, equaling the record of his former Greece teammate Angelos Basinas. On 12 October 2010, Karagounis made his 101st appearance, becoming the second-most capped player in Greek footballing history, behind Theodoros Zagorakis, and scoring his seventh goal in the victory against the Israel national team. On 7 October 2011, Karagounis was awarded by Zagorakis and Basinas for reaching 111 appearances with Greece. The awarding ceremony took place at the Karaiskakis Stadium in Athens before Greece’s kickoff against Croatia. On 8 June 2012, Poland played with Greece on the opening day of Euro 2012. Poland goalkeeper Wojciech Szczęsny fouled Greek international Dimitris Salpingidis, resulting in a red card for Szczęsny. Karagounis took the penalty against substitute goalkeeper Przemysław Tytoń, who saved Karagounis’ penalty. On 16 June 2012, Karagounis started the final match of Group A against Russia, making him Greece’s joint-most capped player with 120 caps, together with Theodoros Zagorakis. Karagopunis scored the only goal of the match, at the stroke of half-time. This meant Greece qualified for the next stage of the competition. The second half was slightly less dramatic but had its share of talking points. Coming off a significant goal, Karagounis made a mad dash to the Russian box. The captain looked like he was going to score another, but his leg was caught by a Russian defender. Karagounis was adamant he had earned a penalty, but the referee was not impressed and booked him for simulation. Karagounis received his second yellow card of the tournament, forcing him to miss the quarter-finals. On 12 October 2012, Karagounis played in the second half in the match against Bosnia and Herzegovina in a 2014 World Cup qualifying match, making the 121st appearance for his country. With this match, he set a new record of most caps for Greece, surpassing Zagorakis. He also scored a free-kick goal against the Liechtenstein national football team. Karagounis played another inspiring and energetic role throughout the qualifying campaign and helped lead to its third World Cup finals appearance. Despite the waning number of starts for the 37-year-old, his influence was still large for Greece. Greece head coach Fernando Santos, who worked with Karagounis at both Panathinaikos and Benfica, held him in high regard due to the sureness the veteran exudes. “We have confidence and know we can beat any opponent,” Karagounis said during World Cup qualifying. Karagounis played the entire 120 minutes of the match between Costa Rica and Greece for the World Cup 2014, consisting of 90 minutes of regular time and 30 minutes of extra time. Karagounis retired from international football after Greece’s World Cup elimination in a penalty shootout loss to Costa Rica. He left as the nation’s most capped player with 139 appearances over 15 years since making his debut in 1999. As a midfielder, Karagounis was short in stature, standing at 5 feet nine inches. He was largely known for his tough, gritty play on the field. He gained many comparisons to “The General”, Mimis Domazos. Karagounis was known for his dribbling, and creative passing, especially the accuracy of his long passes. Karagounis was described as a “dogged worker in the midfield and a deliverer of fine set plays”. During his career he was one of the finer set piece exponents in Europe. His dribbling was noted as one of his strengths, with Karagounis able to win his own free kicks as well as provide a sometimes-laboured attack with bursts of energy. He also possessed a shooting ability from distance and combined his varied attacking talents with an aggression in midfield that made him able to win the ball back, as well as produce with it at his feet